30 Μαϊου 2007
Gagarin 205 Live Music Space (Λιοσίων 203-205, 210-8547601)
Οι πόρτες ανοίγουν στις 21.00
Εισιτήρια €35
Για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα από τα κορυφαία Hard rock συγκροτήματα των ‘70s σε μια μοναδική συναυλία.Η μεγάλη μπάντα από την Ιρλανδία έρχεται, 21 χρόνια μετά το θάνατο του θρυλικού frontman, Phil Lynott, να μας ξεσηκώσει με την ένταση εκείνου του δυνατού αλλά και μελωδικού ήχου που έχει καταχωρηθεί στο πάνθεον της ροκ μυθολογίας. Ο πιστός κιθαρίστας της μπάντας Scott Gorham μαζί με τον επίσης παλιό John Sykes στην κιθάρα και στην φωνή ενώνονται με τον πρωτοπόρο του χέβι μέταλ Tommy Aldridge στα ντραμς και τον γνωστό από συμμετοχές σε κορυφαία χαρντ ροκ συγκροτήματα Marco Mendoza στο μπάσο για να μας θυμίσουν αξέχαστα τραγούδια που στοχεύουν στο κόκκινο της αδρεναλίνης.
Τραγούδια όπως το «Boys are back in Town», το «Don’t believe a word», το «Emerald» και το «Jailbreak» αλλά και μελωδικές μπαλάντες όπως το «Parisienne Walkways» ή κλασικές διασκευές παραδοσιακών ιρλανδικών κομματιών όπως το «Whiskey in the Jar». Οι Thin Lizzy είναι ευρέως γνωστοί ως ένα από τα πρώτα χαρντ ροκ συγκροτήματα που συνδύασαν τα ρομαντικά συναισθήματα της εργατικής τάξης με τους θηριώδεις και σκληρούς ήχους. Φημισμένοι τόσο για τις μονομαχίες στις δύο κιθάρες, όσο και τα μανιασμένα σόλο στα ντραμς , καθώς βέβαια και τις ξεχωριστές ερμηνείες του Lynott στα φωνητικά, υπήρξαν μία από τις πιο επιδραστικές μπάντες όλων των εποχών με αναγνώριση από συγκροτήματα και καλλιτέχνες από ολόκληρο το μουσικό στερέωμα. Για παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε τις διασκευές των Metallica και των Iron Maiden. Από το θρυλικό συγκρότημα πέρασαν βιρτουόζοι της κιθάρας όπως οι Gary Moore, Brian Robertson, Snowy White, Eric Bell, και John Sykes, δίπλα στον σταθερό κιθαρίστα Scott Gorham, γεγονός που εξηγεί εν μέρει την ποιότητα των τραγουδιών των Thin Lizzy.
Το μεγαλύτερο όμως μέρος της ποιότητας των τραγουδιών οφείλεται στο ανεξάντλητο ταλέντο του συνθέτη, στιχουργού, τραγουδιστή και μπασίστα Phil Lynott, που υπήρξε άλλωστε και η ψυχή της μπάντας. Έγραφε για καθημερινά λαϊκά δράματα αγάπης και μίσους επηρεασμένος από τον Bob Dylan και τον Bruce Springsteen αλλά και από την Ιρλανδική λογοτεχνική παράδοση. Όντας μαύρος μέσα στον λευκό κόσμο του χαρντ ροκ, πότιζε τα κομμάτια του με μία αίσθηση αποξένωσης, απογοήτευσης και καταπίεσης.
Παρορμητικός και οξυδερκής έφτιαχνε τραγούδια προορισμένα να αντέξουν στο χρόνο αφήνοντας πίσω του μία τεράστια κληρονομιά. Σήμερα μπορεί αυτός ο θρυλικός frontman να μην ζει, ωστόσο η εμφάνιση των Thin Lizzy, με δύο από τα αρχικά μέλη παρόντα και τα δύο που προστέθηκαν μετά την επανένωση του ’99, μοιάζει το καλύτερο εφαλτήριο για την απογείωση του παλιού καλού ροκ. Ελάτε λοιπόν να ζήσετε αυτή την απογείωση και να θυμηθείτε παλιές, καλές και αλησμόνητες στιγμές.
Για την ιστορία…
Οι Thin Lizzy δημιιουργούνται το 1969 στο Δουβλίνο από τον συνθέτη, τραγουδιστή και μπασίστα Phil Lynott, τους κιθαρίστες Eric Bell και Eric Wrixon, και τον ντράμερ Brian Doowney. Παίζουν σε διάφορα στέκια του Δουβλίνου και κάνουν το δισκογραφικό τους νεμπούτο με το “The Farmer”, το οποίο δεν τυγχάνει ιδιαίτερης επιτυχίας. Το 1970 ο Wrixon φεύγει από το συγκρότημα και ως τρίο πλέον μετακομίζουν στο Λονδίνο και υπογράφουν με την Decca Records ηχογραφώντας δύο μέτρια σε κυκλοφορίες άλμπουμ, το “Thin Lizzy” (1971) και το “Shades of a Blue Orphanage” (1972). Αμέσως μετά όμως την ίδια χρονιά μπαίνουν στο Αγγλικό και Ιρλανδικό Top 10 με το single “Whiskey in A Jar”, ένα μίγμα παραδοσιακής Ιρλανδικής μουσικής και διαπεραστικού κιθαριστικού ήχου.
Το 1973 ηχογραφούν το τελευταίο άλμπουμ τους ως τρίο, το “Vagabonds of the Western World”, το οποίο αποτελεί σταθμό στην καριέρα τους καθώς παραμερίζουν τα progressive στοιχεία για χάρη ενός πιο χαρντ ροκ ύφους πλέον. Την επόμενη χρονιά ο Eric Bell φεύγει και τη θέση του παίρνει ο παλιός συμπαίκτης του Lynott από τους πρώην Skid Row, ο πιτσιρικάς τότε Gary Moore. Ο Moore μένει κάποιους μήνες στην μπάντα και μαζί με τον Lynott υπογράφουν επιτυχίες όπως τα “Little Darlin” και “Still in Love With You”. Αμέσως μετά και για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα περνάνε από το συγκρότημα οι κιθαρίστες Andy Gee και John Cann. Το 1975 ο Lynott και ο Downey επιστρατεύουν τους Scott Gorham και Brian Robertson στις κιθάρες σε μία σύνθεση που θεωρείται η κλασική του συγκροτήματος.
Είναι η χρονιά που το γκρουπ απογειώνεται καθώς οι τέσσερις τους εγκαθιδρύουν το νέο τους ύφος με τις χαρακτηριστικές διπλές κιθάρες, τα βαριά αλλά μελωδικά riff, και το αφιονισμένο παίξιμο. Κυκλοφορούν την πρώτη μεγάλη επιτυχία, το “Fighting”, και έναν χρόνο μετά, το 1976, κατακτούν την παγκόσμια αναγνώριση με την κυκλοφορία του “Jailbreak” και το διασημότερο κομμάτι τους “The Boys are Back in Town”. Ακολουθεί το επίσης επιτυχημένο “Johnny The Fox”. Ο Brian Robertson εγκαταλείπει λόγω βαρύ τραυματισμού στο χέρι και επανέρχεται ο Gary Moore. Το συγκρότημα περιοδεύει στις ΗΠΑ μαζί με τους Queen. Καθώς η περιοδεία τελειώνει ετοιμάζουν το επόμενο άλμπουμ “Bad Reputation”, στο οποίο συμμετέχει αποσπασματικά ο Robertson καθώς αναρρώνει.
Περιοδεύουν σε Αμερική, Αγγλία και Τορόντο και όλοι κάνουν λόγω για τα εκπληκτικά live τους. Καρπός αυτής περιοδείας το ανεπανάληπτο άλμπουμ “Live and Dangerous”, το οποίο γίνεται ανάρπαστο σε Ευρώπη και Αμερική. Οι εναλλαγές στη σύνθεση του γκρουπ συνεχίζονται και πάλι. Το 2004 περιοδεύουν στην Αμερική μαζί με τους Deep Purple και οι παλιοί φίλοι του χαρντ ροκ ξαναζούν αξέχαστες στιγμές. Πέρυσι πραγματοποίησαν την 20/20 περιοδεία τους σε Αγγλία και Ιρλανδία με αφορμή την επέτειο από τα 20 χρόνια από το θάνατο του Phil Lynott, θυμίζοντας σε όλους το απαράμιλλο ταλέντο του αγαπημένου Ιρλανδού.
John Sykes – κιθάρα, φωνή
Scott Gorham – κιθάρα
Marco Mendoza – μπάσο
Tommy Aldridge – ντραμς