Anna Akhmatova
Το πραγματικό της όνομα ήταν Αννα Αντρέγεβνα Γκορένκο. Γεννήθηκε το 1889 και πέρασε το μεγαλύτερο κομμάτι της παιδικής της ηλικίας στην Αγία Πετρούπολη και τη γύρω περιοχή. Όταν άρχισε να γράφει ποίηση ο πατέρας της την ανάγκασε να υιοθετήσει ένα ψευδώνυμο, για να μη χαλάσει το καλό όνομα της οικογένειάς της ως «παρακμιακή ποιήτρια». Η Αννα διάλεξε το επώνυμο Αχμάτοβα, που ανήκε σε μία προγιαγιά της από τη φυλή των Τατάρων, απόγονη του θρυλικού Τζένγκις Χαν. Το όνομα ακουγόταν ρομαντικό και μυστήριο, γεμάτο αυτοπεποίθηση, υπογραμμίζοντας μια αίσθηση πεπρωμένου που είχε νιώσει η Αννα από πολύ νωρίς και που ποτέ δεν την εγκατέλειψε.

Η Αννα Αχμάτοβα χαρακτηρίστηκε από το σοβιετικό καθεστώς «αγία και πόρνη». Μία ασκητική φιγούρα που κατάφερε να μετουσιώσει το προσωπικό της δράμα σε συλλογική εμπειρία και να εκφράσει μέσα από τα ποιήματά της τον πόνο ενός ολόκληρου λαού, που την ανακήρυξε αγία μαθαίνοντας απέξω τους στίχους της και απαγγέλλοντάς τους κρυφά, μακριά από τα αυτιά του Στάλιν.
Συγχρόνως όμως ήταν μια γυναίκα που εξέπεμπε τεράστια γοητεία και έκανε τους άντρες να τρέχουν πίσω της μαγεμένοι. Αλλά αυτή η όμορφη και υπεροπτική γυναίκα, αντί να εκμεταλλεύεται τους θαυμαστές της, κατέληγε σχεδόν πάντα παρατημένη και απογοητευμένη.
Ανάμεσα στους εραστές της ήταν κι ο ζωγράφος Αμεντέο Μοντιλιάνι. Όταν την συνάντησε το 1911, εκείνος ήταν 26 ετών κι εκείνη 21. H Ρωσίδα ποιήτρια είχε ύψος 1,80, γκριζοπράσινα μάτια, πλούσια σκούρα μαλλιά και αετίσιο πρόσωπο. Ο Μοντιλιάνι τη θεωρούσε κάτι σαν Αιγύπτια βασίλισσα. Και παρ’ όλο που δεν τη ζωγράφισε ποτέ, σχεδίασε τη φιγούρα της καμιά εικοσαριά φορές. Όταν ο γάμος της κατέρρευσε, έφτιαξαν έναν σύντομο δεσμό.
Κι όταν χάλασε κι αυτός, η Αχμάτοβα επέστρεψε στη Ρωσία για να πέσει πάνω στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα ποιήματά της απαγορεύτηκαν από τον Στάλιν, οι δύο άνδρες της (ο ποιητής Γκουμίλεφ, εκτελέστηκε το 1921) και ο γιος της στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης τα βιβλία της πολτοποιήθηκαν κι εκείνη καταδικάστηκε για δεκαετίες στη σιωπή. Οι ερωτικές επιστολές που αντήλλασσε με τον Μόντιλιάνι καταστράφηκαν στην πολιορκία του Λένιγκραντ. Κουρασμένη από τις πολύχρονες διώξεις, η ποιήτρια πέθανε το 1966.

Για να επιβιώσει εργάσθηκε ως μεταφράστρια και κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου έγραψε μερικά ποιήματα γεμάτα πατριωτισμό, τα οποία γνώρισαν μεγάλη δημοσιότητα. Στη μεταπολεμική περίοδο έζησε δύσκολα γνωρίζοντας τον πουριτανισμό αυτών που βρίσκονταν στην εξουσία. Ανάμεσα στα έργα της ξεχωρίζει το ιστορικό επικό ποίημα “Ποίημα χωρίς ήρωα”, όπως και το “Requiem”, όπου οι γυναίκες και οι μητέρες των θυμάτων των σταλινικών εκκαθαρίσεων παρουσιάζονται σαν τη μητέρα του Χριστού μπροστά στο Σταυρό.
Η καταδίκη σε θάνατο
Και έπεσε ο πέτρινος ο λόγος
Στο στήθος μου ακόμα ζωντανό,
Είναι αβάσταχτος ο πόνος,
Και βλέπω νά ‘ρχεται το μέλλον ορφανό.Σήμερα έχω διάφορα να κάνω:
Να θανατώσω πρέπει το θυμητικό,
Και την ψυχή μου πρέπει να μη χάσω
Πρέπει ξανά να μάθω, πώς να ζω.
Αλλιώς… Το θρόισμα του θέρους το ζεστό,
Σαν να ‘χουμε γιορτή αυτήν την Τρίτη.
Από καιρό προαισθανόμουν όλ’ αυτά,
Την φωτεινή ημέρα και το έρημο το σπίτι.
1939
Η μούσα
Θα με ξεχάσουν; Καθόλου δεν εκπλήσσομαι γι’ αυτό!
Τόσες φορές με ξέχασαν, πληθώρα…
Χίλιες φορές βρισκόμουνα σε τάφο ανοιχτό
Που ίσως βρίσκομαι και τώρα.
Η μούσα έχει κουφαθεί και τυφλωθεί,
Σα σπόρος έλιωσε μέσα στη γη
Να ξαναζωντανέψει στον αιθέρα το γαλάζιο
Σαν Φοίνιξ, απ’ την τέφρα, να υψωθεί.
1957
Πρέπει να ’ναι ασυνήθιστο…
Καθόλου δε με συγκινεί ο στόμφος της ωδής
Και δε με γοητεύει η έξαρση της ελεγείας.
Κατά τη γνώμη μου το παν στους στίχους πρέπει να ’ναι ασυνήθιστο,
Σαν αρμονία της κακοφωνίας.
Θα εκπλαγείτε σα’ γνωρίσετε μες από ποια σκουπίδια
Οι στίχοι μεγαλώνουν δίχως συστολή.
Όπως ραδίκι κίτρινο κάτ’ απ’ το φράχτη,
Σαν κολλιτσίδα στρογγυλή που ενοχλεί.
Κραυγή οργής και δυνατή οσμή της πίσσας,
Μούχλα είτε ξερόφυλλο που πέφτει χάμου…
Και να ο στίχος αντηχεί και σφριγηλός, και στοργικός,
Για ευχαρίστηση δικιά σας και δικιά μου.
1936-1960

Σκουριάζει το χρυσό και το ατσάλι παίρνει σήψη,
η πέτρα θρυμματίζεται, ο θάνατος παντού.
Πάνω στη γη πιο σταθερή η θλίψη
και πιο μακρόβιος ο λόγος του σοφού

Mία από της δυνατότερες ποιητικές φωνές .
Σχόλιο από Γιώργος Βλάχος — Φεβρουάριος 9, 2009 @ 6:30 μ.μ.