Γιώργος Σεφέρης
Ο Γιώργος Σεφέρης (1900-1971) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιώργος Σεφεριάδης και γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 29 Φεβρουαρίου/13 Μαρτίου 1900, πρωτότοκος γιος του Στέλιου και της Δέσπως (το γένος Γ. Τενεκίδη) Σεφεριάδη. Το 1906 αρχίζει τη μαθητική του εκπαίδευση στο Λύκειο Χ. Αρώνη. Και ενώ το 1914 γράφει τους πρώτους στίχους, το Καλοκαίρι με το ξέσπσμα του Παγκοσμίου Πολέμου η οικογενειά του έρχεται στην Ελλάδα. Το 1917 αποφοίτησε από το Πρότυπο Κλασσικό Γυμνάσιο Αθηνών. Στις 14 Ιουλίου η Δέσπω μεζί με τους δυό γιους και τη κόρη της Ιωάννα (μετέπειτα σύζυγο Κ. Τσάτσου) μεταβαίνει στο Παρίσι όπου ο πατέρας του Στέλιος εργάζεται εκεί ως δικηγόρος και ο Γ. Σεφέρης θα μείνει μέχρι το 1924, σπουδάζοντας νομικά και λογοτεχνία. Το καλοκαίρι του 1924 πτυχιούχος πλέον της Νομικής μεταβαίνει στο Λονδίνο για τελειοποίηση των αγγλικών του εν όψει των εξετάσεων στο Υπoυργείο των Εξωτερικών.

Το 1925 επιστρέφει στην Αθήνα και το 1927 διορίστηκε στο διπλωματικό σώμα, ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών, τον ίδιο χρόνο πεθαίνει η μητέρα του Δέσπω. Τον Ιούλιο του 1928 δημοσιεύεται στη Νέα Εστία η μετάφραση “Μια βραδυά με τον Κο Τεστ” του Βαλερί με την υπογραφή Γ. Σεφεριάδης. Το 1929 συνοδεύει τον Εδουάρδο Εριό στο ταξίδι του στην Ελλάδα. Τον Μάϊο του 1931 εκδίδεται η “Στροφή” με το ψευδώνυμο Γ. Σεφέρης και τον ίδιο χρόνο διορίζεται υποπρόξενος και στη συνέχεια διευθύνων στο Ελληνικό Γενικό Προξενείο του Λονδίνου όπου και θα παραμείνει μέχρι το 1934. Ενώ το 1932 (Μάιος) δημοσιεύεται το Μια νύχτα στην ακρογιαλιά, τον Οκτώβριο δημοσιεύεται η Στέρνα αφιερωμένη στον Γιώργο Αποστολίδη. Ο πατέρας του, Στέλιος, εκλέγεται το 1933 Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1934 ο Γ. Σεφέρης επιστρέφει στην Αθήνα και τον Ιανουάριο του 1935 αρχίζει η συνεργασία στα Νέα Γράμματα δημοσιεύοντας τη Στέρνα. Το 1936 διορίζεται πρόξενος στη Κορυτσά όπου θα παραμείνει μέχρι το 1938. Επισημαίνεται ότι στις 13 Φεβρουαρίου 1937 δημοσιεύεται στα Νέα Γράμματα επιστολή του περί της δημοτικής γλώσσας. Το 1938 μετατίθεται στην Αθήνα ως προιστάμενος της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου και Πληροφοριών.

Το 1941 ο Γιώργος Σεφέρης τελεί τους γάμους του με την Μαρία Ζάννου και στις 22 Απριλίου το ζεύγος ακολουθεί την Ελληνική κυβέρνηση που μέσω Κρήτης στις 16 Μαΐου φθάνει στην Αίγυπτο παραμένοντας στην Αλεξάνδρεια. Τον Άυγουστο συνοδεύοντας την Πριγκίπισσα Διαδόχου Φρειδερίκη και τα δύο παιδιά της Σοφία και Κωνσταντίνο φθάνει στο Γιοχάνεσμπουργκ και από εκεί στη Πραιτόρια υπηρετώντας στην εκεί Ελληνική Πρεσβεία μεχρι το 1942 . όλη του τη ζωή σχεδόν ταξίδευε. Στην αρχή ως ακόλουθος κι αργότερα ως πρεσβευτής, υπηρέτησε σε πολλές ελληνικές πρεσβείες του εξωτερικού. Αυτό, βέβαια, υπήρξε πηγή έμπνευσης αρκετών έργων του.
Αν και η παιδεία του ήταν περισσότερο ευρωπαϊκή παρά ελληνική, όχι μόνο δεν απαρνήθηκε την ελληνική λογοτεχνία, αλλά την καλλιέργησε σε βάθος με σκοπό να την ανανεώσει. Στην ποίησή του επηρεάστηκε από τον Έλιοτ (T.S Elliot), τον Κλωντέλ, το Βαλερί κι από τον Πάουντ (Ezra Pound). Αυτό όμως που άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στο μεγάλο μας ποιητή είναι η εθνική καταστροφή του 1922 κι ο ξεριζωμός του μικρασιατικού ελληνισμού.
Το 1963 η φήμη του Σεφέρη ξεφεύγει από τα όρια της πατρίδας μας κι απλώνεται σε όλον τον κόσμο με τη βράβευσή του με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Είναι ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με το μεγαλύτερο πνευματικό βραβείο του κόσμου ενώ ακολούθησε το 1979 ο Οδυσσέας Ελύτης. Όταν το 1967 η δικτατορία στην Ελλάδα κατέλυσε το σύνταγμα κι ανέστειλε τις ατομικές ελευθερίες, ο Σεφέρης εκδηλώθηκε έντονα εναντίον της, τόσο γραπτά, όσο και με δηλώσεις του. Δυστυχώς όμως, τέσσερα χρόνια αργότερα το 1971, έκλεισε για πάντα τα μάτια του, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό στη νεοελληνική λογοτεχνία. Μετά το θάνατό του εκδόθηκε το προσωπικό του ημερολόγιο με τίτλο «Μέρες…» καθώς και το «Πολιτικό» του ημερολόγιο.

Ο Σεφέρης δεν είναι εύκολος ποιητής αλλά δεν είναι σκοτεινός. Η γλώσσα που μιλά είναι δύσκολη, στη γλώσσα όμως αυτή η φωνή του είναι καθαρή και απερίφραστη. Δίνει στον αναγνώστη συχνά την εντύπωση πως πέτυχε την καίρια έκφραση, που δεν μπορεί να ειπωθεί αλλιώς. Αυτό είναι το πιο αξιαγάπητο στην ποίησή του, η απλότητα που φτάνει στη θερμότητα μιας εξομολόγησης. Η ποίηση του Σεφέρη δεν είναι βέβαια χαρούμενη. Είναι απαισιόδοξη και μελαγχολική. Έχει τη θλίψη του ανθρώπου που συλλογίζεται πολύ πάνω στα ανθρώπινα, κι ακόμα του Έλληνα με το κατακάθι της πίκρας από τη σκλαβιά και τις εθνικές περιπέτειες. Ωστόσο η διάθεση αυτή δεν οδηγεί στην άρνηση ή στην καταστροφή. Από την άλλη πλευρά του σκοταδιού είναι το φως, μαύρο και αγγελικό, “από το μέρος του ήλιου” στο κάστρο της Ασίνης θα ανεβεί στο τέλος “ασπιδοφόρος ο ήλιος πολεμώντας”. Κάτω από την άρνηση υπάρχει μια πίστη που προστατεύει από την απελπισία, και μια στιβαρή αίσθηση των πραγμάτων που προφυλάσσει από τη διάλυση και το μηδενισμό.
Η προσφορά του Σεφέρη στη λογοτεχνία μας είναι πολύ σημαντική. Άνοιξε νέους ορίζοντες στην ελληνική ποίηση και καταξιώθηκε σαν ένας ολοκληρωμένος ποιητής. Η αδερφή του ήταν παντρεμένη με τον Κωνσταντίνο Τσάτσο.
Χαρακτηριστικά τnς ποίησης του Γ. Σεφέρη
Περιεχόμενο
α) Είναι μια ποίηση απαισιόδοξη, βαρύθυμη, μελαγχολική, όπου όμως δεν απουσιάζουν κάποιες αστραπές αισιοδοξίας
β) Ο λόγος του είναι συμβολιστικός και υπαινικτικός
γ) Βασικά θέματα: (1)Η ελληνική παράδοση (αρχαία και νεότερη, όχι όμως και βυζαντινή ή χριστιανική) και η συνάντησή της με το σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό. (2) Ο καημός για τη μοίρα του ελληνισμού: μια μοίρα που την καθορίζουν οι μεγάλοι αλλά βοηθάνε κι οι δικές μας αμαρτίες = μόνιμα αδικημένος. (3) Η νοσταλγία του μετανάστη, οι χαμένες πατρίδες.
Επιλεγμένα έργα
Στροφή 1931
Στέρνα 1932
Μυθιστόρημα 1935
Τετράδιο Γυμνασμάτων 1940
Ημερολόγιο καταστρώματος Α΄ 1940
Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄ 1944
Κίχλη 1947
Ημερολόγιο καταστρώματος Γ΄ 1955
Τρία κρυφά ποιήματα 1966
Εξέδωσε ακόμα μεταφρασμένα και προλογισμένα τα έργα του Τ.Σ Έλιοτ, Έρημη χώρα και Φονικό στην Εκκλησία, ενώ μετέφρασε το Άσμα Ασμάτων και την Αποκάλυψη του Ιωάννου από την Αγία Γραφή. Σε έναν τόμο με τίτλο Μεταγραφές μετέφρασε και εξέδωσε ποιήματα πολλών γνωστών ξένων ποιητών. Επίσης με το γενικό τίτλο Δοκιμές (σε 2 τόμους) περιέλαβε το σύνολο του κριτικού του έργου.

Τὸ φῶς
Καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια
πληθαίνουν οἱ κριτὲς ποὺ σὲ καταδικάζουν-
καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια καὶ κουβεντιάζεις μὲ λιγότερες
φωνές,
βλέπεις τὸν ἥλιο μ᾿ ἄλλα μάτια-
ξέρεις πὼς ἐκεῖνοι ποὺ ἔμειναν, σὲ γελοῦσαν,
τὸ παραμίλημα τῆς σάρκας, ὁ ὄμορφος χορὸς
ποὺ τελειώνει στὴ γύμνια.
Ὅπως, τὴ νύχτα στρίβοντας στὴν ἔρμη δημοσιά,
ἄξαφνα βλέπεις νὰ γυαλίζουν τὰ μάτια ἑνὸς ζώου
ποὺ ἔφυγαν κιόλας, ἔτσι νιώθεις τὰ μάτια σου
τὸν ἥλιο τὸν κοιτᾶς, ἔπειτα χάνεσαι μὲς στὸ σκοτάδι-
ὁ δωρικὸς χιτώνας
ποὺ ἀγγίξανε τὰ δάχτυλά σου καὶ λύγισε σὰν τὰ βουνά,
εἶναι ἕνα μάρμαρο στὸ φῶς, μὰ τὸ κεφάλι του εἶναι στὸ
σκοτάδι.
Κι αὐτοὺς ποὺ ἀφῆσαν τὴν παλαίστρα γιὰ νὰ πάρουν
δοξάρια
καὶ χτύπησαν τὸ θεληματικὸ μαραθωνοδρόμο
κι ἐκεῖνος εἶδε τὴ σφενδόνη ν᾿ ἀρμενίζει στὸ αἷμα
ν᾿ ἀδειάζει ὁ κόσμος ὅπως τὸ φεγγάρι
καὶ νὰ μαραίνουνται τὰ νικηφόρα περιβόλια-
τοὺς βλέπεις μὲς στὸν ἥλιο, πίσω ἀπὸ τὸν ἥλιο.
Καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ κάναν μακροβούτια ἀπ᾿ τὰ μπαστούνια
πηγαίνουν σὰν ἀδράχτια γνέθοντας ἀκόμη,
σώματα γυμνὰ βουλιάζοντας μέσα στὸ μαῦρο φῶς
μ᾿ ἕνα νόμισμα στὰ δόντια, κολυμπώντας ἀκόμη,
καθὼς ὁ ἥλιος ράβει μὲ βελονιὲς μαλαματένιες
πανιὰ καὶ ξύλα ὑγρὰ καὶ χρώματα πελαγίσια-
ἀκόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξὰ
πρὸς τὰ χαλίκια τοῦ βυθοῦ
οἱ ἄσπρες λήκυθοι.
Ἀγγελικὸ καὶ μαῦρο, φῶς,
γέλιο τῶν κυμάτων στὶς δημοσιὲς τοῦ πόντου,
δακρυσμένο γέλιο,
σὲ βλέπει ὁ γέροντας ἱκέτης
πηγαίνοντας νὰ δρασκελίσει τὶς ἀόρατες πλάκες
καθρεφτισμένο στὸ αἷμα του
ποὺ γέννησε τὸν Ἐτεοκλῆ καὶ τὸν Πολυνείκη.
Ἀγγελικὴ καὶ μαύρη, μέρα-
ἡ γλυφὴ γέψη τῆς γυναίκας ποὺ φαρμακώνει τὸ φυλακισμένο
βγαίνει ἀπ᾿ τὸ κύμα δροσερὸ κλωνάρι στολισμένο στάλες.
Τραγούδησε μικρὴ Ἀντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε…
δὲ σοῦ μιλῶ γιὰ περασμένα, μιλῶ γιὰ τὴν ἀγάπη
στόλισε τὰ μαλλιά σου μὲ τ᾿ ἀγκάθια τοῦ ἥλιου,
σκοτεινὴ κοπέλα-
ἡ καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ βασίλεψε,
ὁ τύραννος μέσα ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο ἔχει φύγει,
κι ὅλες οἱ κόρες τοῦ πόντου, Νηρηίδες, Γραῖες
τρέχουν στὰ λαμπυρίσματα τῆς ἀναδυομένης
ὅποιος ποτέ του δὲν ἀγάπησε θ᾿ ἀγαπήσει,
στὸ φῶς-
καὶ εἶσαι
σ᾿ ἕνα μεγάλο σπίτι μὲ πολλὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ
τρέχοντας ἀπὸ κάμαρα σὲ κάμαρα, δὲν ξέροντας ἀπὸ ποῦ
νὰ κοιτάξεις πρῶτα,
γιατί θὰ φύγουν τὰ πεῦκα καὶ τὰ καθρεφτισμένα βουνὰ
καὶ τὸ τιτιβισμάτων πουλιῶν
θ᾿ ἀδειάσει ἡ θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, ἀπὸ βοριὰ
καὶ νότο
θ᾿ ἀδειάσουν τὰ μάτια σου ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς μέρας
πῶς σταματοῦν ξαφνικὰ κι ὅλα μαζὶ τὰ τζιτζίκια.
Πόρος, «Γαλήνη», 31 τοῦ Ὀχτώβρη 1946 (Kιχλή)

Γυμνοπαιδία
Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας
τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη.
Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο
τη μέρα τ’ όνομα τον τόπο
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.
Bρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα
κοιτάζοντας τ’ αναδυόμενα νησιά
κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν
στον ύπνο τους, στον ύπνο μας.
Eδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας
τη ζυγαριά που βάραινε κατά το μέρος
της αδικίας.
Φτέρνα της δύναμης θέληση ανίσκιωτη λογαριασμένη
αγάπη
στον ήλιο του μεσημεριού σχέδια που ωριμάζουν,
δρόμος της μοίρας με το χτύπημα της νέας παλάμης
στην ωμοπλάτη·
στον τόπο που σκορπίστηκε που δεν αντέχει
στον τόπο που ήταν κάποτε δικός μας
βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη.
Bωμοί γκρεμισμένοι
κι οι φίλοι ξεχασμένοι
φύλλα της φοινικιάς στη λάσπη.
Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν
εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι
που άγγιξε τον ορίζοντα.
Όταν ο κύβος χτύπησε την πλάκα
όταν η λόγχη χτύπησε το θώρακα
όταν το μάτι γνώρισε τον ξένο
και στέγνωσε η αγάπη
μέσα σε τρύπιες ψυχές·
όταν κοιτάζεις γύρω σου και βρίσκεις
κύκλο τα πόδια θερισμένα
κύκλο τα χέρια πεθαμένα
κύκλο τα μάτια σκοτεινά·
όταν δε μένει πια ούτε να διαλέξεις
το θάνατο που γύρευες δικό σου,
ακούγοντας μια κραυγή
ακόμη και του λύκου την κραυγή,
το δίκιο σου·
άφησε τα χέρια σου αν μπορείς να ταξιδέψουν
ξεκόλλησε απ’ τον άπιστο καιρό
και βούλιαξε,
βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.
Απίστευτα ποιήματα….
“Γνήσια σεφερικά….”
Σχόλιο από Κατερινα — Οκτώβριος 28, 2008 @ 2:08 μ.μ.