Pablo Nerouda
«Αν άγγιζες μονάχα την καρδιά μου, αν ακουμπούσες το στόμα σου πάνω στην καρδιά μου, το λεπτοκαμωμένο στόμα σου, τα δόντια σου, αν ακουμπούσες τη γλώσσα σου σαν ένα βέλος πορφυρό εκεί που η σκονισμένη καρδιά μου χτυπάει, αν φύσαγες μες στην καρδιά μου, κοντά στη θάλασσα, θρηνώντας, θ’ αντιλαλούσε μ’ ένα θόρυβο σκοτεινό, μ’ έναν ήχο από τροχούς υπνωμένου τρένου, ωσάν νερό τρεμουλιαστό, ωσάν φθινόπωρο σε φύλλα…».

Ο Πάμπλο Νερούδα, ψευδώνυμο του Νεφταλί Ρικάρντο Ρέγιες Μπασοάλτο, γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου του 1904, στην πόλη Παράλ της Χιλής. ήταν γιος ενός σιδηροδρομικού υπαλλήλου και μιας δασκάλας. Η μητέρα του Ρόζα πέθανε από φυματίωση έναν περίπου μήνα μετά την πρόωρη γέννηση του μικρού Νεφταλί και έτσι, δύο χρόνια μετά, ο πατέρας του Χοζέ αποφάσισε να μετακομίσουν στο Τεμούκο, μια μικρή πόλη στον Νότο της Χιλής, όπου ξαναπαντρεύτηκε την Τρινιντάντ, τον «φύλακα άγγελο της παιδικής μου ηλικίας», σύμφωνα με τον ίδιο τον Νερούδα.
Ο κατά γενική ομολογία σημαντικότερος ποιητής του 20ού στη Λατινική Αμερική αιώνα ξεκίνησε να γράφει ποίηση σε ηλικία 10 ετών. Ο πατέρας του αδιαφορούσε πλήρως για τις λογοτεχνικές ανησυχίες του και προσπάθησε μάλιστα επανειλημμένα, και με διάφορους τρόπους, να τον αποθαρρύνει. Ισως αυτός ήταν και ο λόγος που ο νεαρός ποιητής άρχισε να υπογράφει, και αργότερα να εκδίδει, τα πονήματά του με το ψευδώνυμο Πάμπλο Νερούδα, το οποίο υιοθέτησε και ως πραγματικό του όνομα το 1946. Ο ψηλός, ντροπαλός στις συναναστροφές του και εσωστρεφής Πάμπλο πέρασε τα μαθητικά του χρόνια στο Τεμούκο καταβροχθίζοντας αναρίθμητα βιβλία και γράφοντας ποιήματα, τα οποία δημοσίευε σε τοπικές εφημερίδες και περιοδικά, με την έντονη ενθάρρυνση της διευθύντριας του σχολείου θηλέων και μετέπειτα κάτοχο του Νομπέλ Λογοτεχνίας Γκαμπριέλα Μιστράλ.
Το 1921 μετακομίζει στην πρωτεύουσα Σαντιάγκο για να σπουδάσει Γαλλική Φιλολογία. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, παρ’ όλα τα προβλήματα που του δημιουργεί η οικονομική ανέχεια και η μοναξιά του επαρχιώτη, καταφέρνει να εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, την Crepusculario το 1923 και την Veinte poemas de amor y una cancione desesperada το 1924, με την οποία μάλιστα γνωρίζει μια αναπάντεχη εμπορική επιτυχία.

Συνεχίζει να γράφει και να εκδίδει συλλογές, οι πωλήσεις των οποίων όμως δεν αρκούν τελικά για να τον συντηρούν. Ετσι προσπαθεί και καταφέρνει να επιτύχει τον διορισμό του στο Διπλωματικό Σώμα. Από το 1927 ως το 1935 υπηρέτησε τη χώρα του ως πρόξενος στη Βιρμανία, στην Κεϋλάνη, στην Ιάβα, στη Σινγκαπούρη, στο Μπουένος Αϊρες, στη Βαρκελώνη και στη Μαδρίτη.
Οι εμπειρίες του από τις εξαθλιωμένες ανθρώπινες μάζες στις χώρες της Ασίας που υπηρέτησε, τα αντιδημοκρατικά καθεστώτα αλλά κυρίως η φιλία του με τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ισπανία τον οδήγησαν ακόμη πιο κοντά στον κομμουνισμό. Τα έργα του άρχισαν να γίνονται πιο πολιτικοποιημένα, με αποκορύφωμα το θρυλικό Canto general, ένα επικό ποίημα όπου αποτυπώνονται με τον πλέον αντιπροσωπευτικό τρόπο οι μαρξιστικές του αντιλήψεις. Για τους πολιτικούς του αγώνες και την ιδεολογία του θα διωχθεί επανειλημμένα και θα ζήσει στην εξορία από το 1948 ως το 1952. Μετά το τέλος της δικτατορίας του Βιντέλα επιστρέφει στη Χιλή, διάσημος πια και πλούσιος, καθώς τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε πολλές ξένες γλώσσες. Γράφει ασταμάτητα, παράλληλα με την πολιτική του δράση. Είκοσι οκτώ βιβλία του θα τυπωθούν από το 1958 ως και το 1974, ένα χρόνο μετά τον θάνατό του. Αρρωστος από καρκίνο πηγαίνει το 1971 στη Στοκχόλμη να παραλάβει το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας και επιστρέφει, παρά την άσχημη κατάσταση της υγείας του, για να βοηθήσει στην προεκλογική εκστρατεία του φίλου Σαλβαντόρ Αλιέντε. Πεθαίνει στις 24 Δεκεμβρίου του 1973, λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία του φίλου του από τη στρατιωτική χούντα που τον ανέτρεψε.

Για το έργο του είναι καλύτερα να μιλήσει ο ίδιος: «Εχω για τη ζωή μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ο,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου δεν με ενδιαφέρει. Οσον αφορά την ποίηση, στην πραγματικότητα καταλαβαίνω πολύ λίγα πράγματα. Γι’ αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ισως απ’ αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές “Ποιητικές Πραμάτειες” που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης».
ΙΣΩΣ Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑ
‘Ισως η απουσία σου είναι παρουσία, χωρίς εσύ να είσαι,
χωρίς εσύ να πας να κόψεις το μεσημέρι
σαν ένα γαλάζιο λουλούδι, χωρίς εσύ να περπατάς
πιο αργά ανάμεσα στην ομίχλη και στους πλίνθους,
χωρίς εκείνο το φως που κρατάς στο χέρι
που ίσως άλλοι δεν θα δουν να χρυσίζει,
που ίσως κανείς δεν έμαθε ότι βλασταίνει
σαν την κόκκινη καταγωγή του τριαντάφυλλου,
χωρίς εσύ να είσαι, επιτέλους, χωρίς να έρθεις
απότομη, ερεθιστική, να γνωρίσεις τη ζωή μου,
καταιγίδα από ροδώνα, σιτάρι του ανέμου,
και από τότε είμαι γιατί εσύ είσαι,
και από τότε είσαι, είμαι και είμαστε,
και για χάρη του έρωτα θα είμαι, θα είσαι, θα είμαστε.

ΠΡΙΝ ΣΕ ΑΓΑΠΗΣΩ
Πριν σε αγαπήσω, τίποτα δεν ήταν
δικό μου: όλο βωλόδερνα στους δρόμους:
τίποτα αξία κι όνομα δεν είχε:
έλπιζε ο κόσμος μόνο στον αέρα.
Είχα γνωρίσει σταχτερά σαλόνια,
τούνελ κατοικημένα απ’ το φεγγάρι,
στέγαστρα άπονα που αποχαιρετιόνταν,
ερωτήσεις που επέμεναν στην άμμο.
Βουβά ήταν όλα, πεθαμένα κι άδεια,
πεσμένα, ξεπεσμένα κι αφημένα,
ήαταν αναλλοτρίωτα όλα ξένα,
όλα ήταν κανενός κι όλα των άλλων,
ώσπου η φτώχεια σου κι η ομορφιά σου
γέμισαν το φθινόπωρο με δώρα.
ΧΑΣΑΜΕ ΠΑΛΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΕΙΛΙ
Χάσαμε πάλι αυτό το δείλι.
Κανέις δε μας είδε απόψε με ενωμένα τα χέρια
ενώ η γαλάζια νύχτα έπεφτε πάνω στον κόσμο.
Από το παράθυρο μου είδα
τη γιορτή της δύσης πάνω στους μακρινούς λόφους.
Καμιά φορά σαν ένα νόμισμα
άναβε ένα κομμάτι ήλιου ανάμεσα στα χέρια μου.
Εγώ σε θυμόμουνα με την ψυχή σφιγμένη
από εκείνη τη θλίψη μου που εσύ ξέρεις.
Τότε πού ήσουνα;
Ανάμεσα σε ποιους ανθρώπους;
Λέγοντας ποια λόγια;
Γιατί θα έρθει σε ένα ξαφνικά όλος ο έρωτας
όταν νιώθω θλιμμένος, και σε νιώθω μακρινή;
Το βιβλίο που πάντα παίρνουμε το δείλι έπεσε,
και το παλτό μου κύλησε στα πόδια μου σαν λαβωμένος σκύλος.
Πάντα, πάντα απομακρύνεσαι τα βράδια
εκεί που τρέχει το δείλι σβήνοντας αγάλματα.

TE RECUERDO COMO ERAS EN EL ULTIMO OTOΝO
(Σε θυμάμαι όπως ήσουν το περασμένο φθινόπωρο)
Te recuerdo como eras en el ultimo otono.
Eras la boina gris y el corazσn en calma.
En tus ojos peleaban las llamas del crepusculo.
Y las hojas caνan en el agua de tu alma.
Apegada a mis brazos como una enredadera,
las hojas recogian tu voz lenta y en calma.
Hoguera de estupor en que mi sed ardia.
Dulce jacinto azul torcido sobre mi alma.
Siento viajar tus ojos y es distante el otono boina gris, voz de pαjaro y corazσn de casa hacia donde emigraban mis profundos anhelos y caνan mis besos alegres como brasas.
Cielo desde un navio. Campo desde los cerros.
Tu recuerdo es de luz, de humo, de estanque en calma!
Mαs allα de tus ojos ardνan los crepusculos.
Hojas secas de otoρo giraban en tu alma.

ΣΚΥΦΤΟΣ ΣΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ
Από τη συλλογή “20 Poemas de amor y una cancion deseperada”
Σκυφτός στο δειλινό ρίχνω τα δίχτυα μου θλιμμένα
στα ωκεάνεια μάτια σου.
Εκεί αποσύρεται και φλέγεται μέσα στην πιό ψηλή φωτιά
η μοναξιά μου που τινάζει τα χέρια της σα ναυαγός.
Κάνω σινιάλα κόκκινα στα μάτια σου που απουσιάζουν
και κυματίζουν σαν τη θάλασσα στα πόδια ενός φάρου.
Μόνο σκοτάδια κρύβεις μέσα σου, γυναίκα μακρινή, δική μου
κι από το βλέμμα σου αναδύεται καμιά φορά η ακτή του τρόμου.
Σκυφτός στο δειλινό ρίχνω τα δίχτυα μου τα θλιμμένα
σ’ αυτή τη θάλασσα που αναταράζει τα ωκεάνεια μάτια σου.
Τα νυχτοπούλια ραμφίζουν τα πρώτα αστέρια
που σπινθηρίζουν όπως η ψυχή μου όταν σ’ αγαπώ.
Καλπάζει η νύχτα στη φοράδα της τη σκοτεινή
σκορπίζοντας γαλάζια στάχυα πάνω στους αγρούς.

ΔΕΝ Σ’ ΑΓΑΠΩ
Δε σ’ αγαπώ σαν να ‘σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαίτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ’ αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μέσ’ από την ψυχή και τον ίσκιο.
Σ’ αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει,
μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο,
και ζει απ’ τον έρωτά σου σκοτεινό στο κορμί μου
τ’ άρωμα που σφιγμένο μ’ ανέβηκε απ’ το χώμα.
Σ’ αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε,
σ’ αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια:
σ’ αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ’άλλον τρόπο,
παρά μ’ ετούτον όπου δεν είμαι μήτε είσαι,
που το χέρι σου πάνω μου το νιώθω σα δικό μου,
που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια.
Αργοπεθαινει…
Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του, όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος, όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο ” ι ” αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια , που μετατρέπουν ένα χασμουργητό σε ένα χαμόγελο, που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.
Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι, όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.
Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.
Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του, όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.
Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει. Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής. Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.
Hello,
I’m looking for the rights holder to the Pablo Neruda photograph that appears at the top of this site.
He has a cap on and is smiling. If you know, please send me an email.
If you know the library in which his papers reside, please send that information as well.
Thanks for your time and attention to this matter.
Best,
Susan Doheny
781.775.0523
scdoheny@gmail.com
Σχόλιο από Susan Doheny — Απρίλιος 22, 2009 @ 11:29 μ.μ.